Η αιώνια ζωή ξεκινά εδώ και τώρα, εν Χριστώ!

«Εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, και αν αποθάνη, θέλει ζήσει. Και πας όστις ζει και πιστεύει εις εμέ, δεν θέλει αποθάνει εις τον αιώνα» (Ιωαν. ια΄, 26).

Εδώ ο Κύριος μας αποκαλύπτει τους δύο δρόμους προς τη λύτρωση, διότι δύο είναι οι τρόποι μετοχής του ανθρώπου στη μία σωτηρία. Ο ένας είναι ο δρόμος της αναστάσεως και ο άλλος είναι ο δρόμος της ζωντανής πίστης και κρίσης, της εν Χριστώ ζωής, που αρχίζει ήδη από το παρόν.

Δεν μιλάμε για δύο διαφορετικές σωτηρίες, αλλά για δύο τρόπους εισόδου στο ίδιο μυστήριο της ζωής.

Δια της πίστεως φανερώνεται ο πρώτος δρόμος, αυτός που ακολούθησε ο Ενώχ. «Δια πίστεως μετετέθη ο Ενώχ δια να μη ίδη θάνατον» (Εβρ. ια΄, 5). Η Γραφή μιλά επίσης για τον Μελχισεδέκ, για τον οποίο αναφέρεται ότι «μένει ιερεύς εις το διηνεκές» και προεικονίζει τον Υιό του Θεού (Εβρ. ζ΄, 3), καθώς και για τον προφήτη Ηλία, οι οποίοι με τη δύναμη του Θεού δεν ακολούθησαν τον κοινό δρόμο της φθοράς. Ο προφήτης Ηλίας, ζώντας σε υπακοή και καθαρότητα, έθαψε τα πάθη του όσο ακόμη βρισκόταν στη ζωή και, μέσω της πίστης, περπάτησε τον δρόμο του Θεού, καταργώντας τη φθορά και τον θάνατο από τον εαυτό του. 

Κι εμείς, εάν με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος κατορθώσουμε να αποκτήσουμε βαθιά και ολοκληρωτική πίστη, καλούμαστε να μετέχουμε ήδη από τώρα στη νίκη της ζωής. Ο λόγος του Χριστού είναι σαφής: «Πας όστις ζει και πιστεύει εις εμέ, δεν θέλει αποθάνει εις τον αιώνα». Δεν είναι λόγια μόνο για το μέλλον, αλλά υπόσχεση που αφορά το παρόν. Το ίδιο επιβεβαιώνει και αλλού: «Εάν τις φυλάξει τον λόγον μου, θάνατον δεν θέλει ιδεί εις τον αιώνα» (Ιωαν. η΄, 51).

Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός της αναστάσεως των νεκρών, τον οποίο ακολουθούν οι περισσότεροι άνθρωποι.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως, και αυτό εκφράζεται βαθιά στη λατρεία και στους ύμνους της. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι θα έρθει η ημέρα όπου οι άνθρωποι θα αναστηθούν με τα δικά τους τα σώματα, πλέον άφθαρτα και αθάνατα. Η πίστη στην ανάσταση των νεκρών αποτελεί ακλόνητο θεμέλιο της χριστιανικής ελπίδας.

Πολλοί νομίζουν ότι επειδή ο Χριστός πέθανε και αναστήθηκε, όλοι πρέπει αναγκαστικά να περάσουμε πρώτα από τον δρόμο του θανάτου για να φτάσουμε στην αιώνια ζωή. 

Όμως η Ανάσταση δεν επιβεβαιώνει τον θάνατο. Τον καταργεί.

Το γεγονός ότι ο Χριστός πέθανε και αναστήθηκε δεν σημαίνει ότι γεννηθήκαμε  για να μπούμε στον λάκκο. Σημαίνει ότι ο θάνατος έχασε την εξουσία του.

Με τη νίκη Του, ο Χριστός εξασφάλισε την ανάσταση των νεκρών και άνοιξε τον δρόμο ώστε κι εμείς, όσο ακόμη ζούμε, να βαδίσουμε μέσα σε αυτή τη νίκη. Αυτό μπορεί να βιωθεί είτε άμεσα, δια της πίστεως, είτε έμμεσα, μέσα από τον δρόμο που ανοίγεται και στην επιστήμη στο χώρο της υγιούς μακροζωίας. 

Σταθείτε μια στιγμή και αναρωτηθείτε;

Αν ο Χριστός δεν πέθαινε πάνω στον Σταυρό και ανέβαινε στους ουρανούς πριν Τον συλλάβουν, όπως ο προφήτης Ηλίας, ποιο θα ήταν άραγε το πιστεύω μας σήμερα; 

Μήπως ότι ο άνθρωπος δεν οφείλει θάνατο; 

Μήπως ότι το σώμα δεν είναι προσωρινό κέλυφος, αλλά φορέας ζωής προορισμένος 

για αφθαρσία;

Μήπως ότι η σωτηρία δεν αφορά μόνο την ψυχή, αλλά ολόκληρο τον άνθρωπο, σώμα και πνεύμα, μαζί κι αδιαίρετα συνεχίζει την Βασιλεία στον ουρανό; 

Μήπως ότι ο δρόμος της πίστης θα φαινόταν καθαρότερα ως δρόμος ζωής και όχι ως αναμονή του τέλους;

Μήπως ο θάνατος δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα της πτώσης; 

Μήπως η φθορά δεν ανήκει στο αρχικό σχέδιο του Θεού; 

Μήπως η πίστη δεν μας καλεί να αποδεχθούμε τον θάνατο, αλλά να τον νικήσουμε;

Ή μήπως ο Χριστός, με την Ανάστασή Του, δεν επέστρεψε ως πνεύμα, αλλά έλαβε ξανά το ανθρώπινο σώμα Του και αναλήφθηκε σωματικώς στους ουρανούς, ζώντας έως σήμερα ως Θεάνθρωπος, ψυχή τε και σώματι;

Και πράγματι, να είμαστε βέβαιοι: έλαβε πίσω το ανθρώπινο σώμα Του, σάρκα και οστά. Θα μπορούσε να είχε φύγει όπως ο προφήτης Ηλίας, χωρίς Σταυρό και χωρίς θάνατο. Όμως δεν το έκανε. Επέλεξε συνειδητά τον Σταυρό, όχι επειδή όφειλε τον θάνατο, αλλά για να εισέλθει στον θάνατο και να τον καταργήσει εκ των έσω.

Γι’ αυτό ισχύουν και τα δύο. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για τον θάνατο και ο Χριστός προσέλαβε εκούσια τον θάνατο, ώστε η ζωή να τον νικήσει από μέσα.

Η Ανάσταση του Χριστού δεν σημαίνει πως όλοι πρέπει πρώτα να πεθάνουμε για να ζήσουμε, αλλά ότι άνοιξε δρόμο ζωής ήδη από τώρα. Αυτό δεν αναιρεί την ανάσταση των νεκρών, αλλά αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο: την κλήση του ανθρώπου να ζήσει από τώρα «ἐν καινότητι ζωῆς».

Αν η ανθρωπότητα δεν κατορθώσει να αναπτύξει εκείνη τη βαθιά εσωτερική πίστη που χαρακτήριζε μορφές όπως ο Ενώχ, ο Μελχισεδέκ και ο προφήτης Ηλίας, τότε είναι φυσικό να στραφεί προς την επιστήμη, αναζητώντας τρόπους αποκατάστασης της ζωής και της υγείας, όπως αυτές υπήρχαν πριν από την πτώση του Αδάμ.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Γραφή αναφέρει: «Σοφία και επιστήμη θέλουσιν είσθαι η στερέωσις των καιρών σου και η σωτήριος δύναμις» (Ησ. λγ΄, 6).

Εφόσον, όμως, στην εποχή μας ο Θεός επιτρέπει να αποκαλύπτεται ολοένα και περισσότερο το μυστήριο της αφθαρσίας, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο. Φανερώνει ότι ο άνθρωπος εισέρχεται σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας του, όπου καλείται να απελευθερωθεί όχι μόνο από τη βιολογική φθορά, αλλά και από τα δεσμά της αμαρτίας, της κακίας, του μίσους και της δουλείας. Ο θάνατος παύει να εμφανίζεται ως αναπόφευκτο τέλος και αποκαλύπτεται ως εχθρός που μπορεί να νικηθεί, όταν ο άνθρωπος επανέρχεται στο αρχικό σχέδιο του Δημιουργού για τη ζωή.

Η πίστη μας ομολογεί ότι ο Χριστός, ο Νέος Αδάμ, νίκησε τον θάνατο και αποκατέστησε τον άνθρωπο στην προοπτική της αφθαρσίας. Η επιστήμη, από την πλευρά της, προσπαθεί να επαναφέρει την ισορροπία της ζωής μέσα από γνώση και θεραπεία. Ίσως, τελικά, ο σκοπός της επιστήμης να μην είναι απλώς η παράταση της ζωής, αλλά η ασυνείδητη συνεργασία με το σχέδιο του Θεού για την αποκατάσταση της αφθαρσίας. Και οι δύο, με διαφορετικό τρόπο, συγκλίνουν σε μία αλήθεια: η ζωή δεν προορίστηκε να σβήσει, αλλά να φανερωθεί πλήρως εν Χριστώ.

Το άρθρο αυτό είναι μια προσωπική θεολογική εργασία, δεμένη πάνω στην Ορθόδοξη πίστη και την εκκλησιαστική εμπειρία, όχι ως διδασκαλία αλλά ως στοχασμός ζωής. Δεν επιδιώκει σύγκρουση, αλλά διάλογο, με αγάπη για την Εκκλησία και με την αγωνία να ξανακουστεί το μήνυμα της ζωής που νίκησε τον θάνατο. Αν κάτι εδώ χρειάζεται διόρθωση ή φωτισμό, αυτός ο διάλογος είναι ευλογία και όχι απειλή.

ΜΕΝΟΥ